Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Ο 27χρονος Μάνος Χατζηδάκις στη μοναδική του κινηματογραφική εμφάνιση, παίζοντας στο πιάνο αυτό το τρυφερό τραγούδι  που ακούγεται εδώ για πρώτη και τελευταία φορά

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Ξέρω γιατί τόση φασαρία
κίνηση, φωνές,
Για να κρύψω την αβάσταχτη ερημία

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Ένας πίνακας του Πάουλ Κλέε υπό τον τίτλο ‘Angelus Novus’ απεικονίζει έναν άγγελο που κοιτά σαν να πρόκειται να κινηθεί μακρυά από κάτι που αγναντεύει σταθερά. Τα μάτια του είναι ακίνητα, προσηλωμένα, το στόμα του είναι ανοιχτό, τα φτερά του είναι διάπλατα. Έτσι αναπαριστά κάποιος τον άγγελο της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου παρατηρούμε μια αλληλουχία γεγονότων, αυτός βλέπει μια μεμονωμένη καταστροφή που συνεχίζει να σωρεύει συντρίμμια και να τα ρίχνει μπροστά στα πόδια του. Ο άγγελος θα ήθελε να μείνει, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να κάνει ολότητα ό,τι έχει θρυμματιστεί. Αλλά η καταιγίδα, μέσα από τον Παράδεισο, μαίνεται. Πέφτει στα φτερά του με τόση βιαιότητα που ο άγγελος δεν μπορεί πια να τα κλείσει. Η καταιγίδα αναπόφευκτα τον ωθεί στο μέλλον, προς το οποίο είναι γυρισμένη η πλάτη του, ενώ ο σωρός των συντριμμιών έμπροσθεν του μεγαλώνει προς τον Ουρανό. Η καταιγίδα είναι αυτό που ονομάζουμε πρόοδος.
Βάλτερ Μπένγαμιν

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Ο μοναχός Βικέντιος θρηνεί για το θάνατο της σκυλίτσας του







Από τα μάτια του κυλούσανε καυτά ποτάμια και η μύτη του άρχισε να πλυμμηρίζει. Κατέβασε το σκούφo χαμηλά και κάλυψε όλο του το πρόσωπο- μούσκεψε αμέσως το μάλλινο ύφασμα. Άφησε το κορμί να πέσει άψυχο, κουλουριασμένο, στο κρύο πάτωμα. Με τα δάκτυλά του ζουλούσε πάνω από το σκουφί τα μάτια του που τρέχανε ασταμάτητα, μόνο το στόμα του είχε αφήσει ακάλυπτο ν΄ανασαίνει και να αναπέμπει παρακλήσεις, προσευχές, μοιρολόγια, παράπονα . Ζητούσε το λόγο από τον Θεό, από την Παναγία. Από δεκαεφτά χρονώ σε υπηρετώ, Παναγιά μου. Ήρθα και βρήκα οκτώ μοναχούς κι ένα γέροντα σκληρό σαν την πέτρα. Κάθε χρόνο έφευγε κι ένας. Μόνάχος έμεινα μες στο σπίτι σου. Γιατί; Μια ανάσα ένιωθα κοντά μου κι εγώ τις νύχτες και μου τη στερείς κι αυτή, γιατί, Θε μου μεγαλοδύναμε; Θρήνησε με λυγμούς για ώρα πολλή, ώσπου κουράστηκε από τα τραντάγματα και η αναπνοή του στένεψε. Έβγαλε το σκουφί του και το χουφτάλιασε, έγειρε το βασανισμένο του κορμί ανάσκελα στο σανιδένιο πάτωμα και κάρφωσε το κουρασμένο βλέμμα του στον ουρανό, έξω από το παραθύρι

-
Γιάννης Μακριδάκης, Η δεξιά τσέπη του ράσου, σσ. 28-29


Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Πάλι ήρθες στο όνειρό μου
Μακρινός με μια γεύση ζαχαροκάλαμου
Μ΄έψαξες λέει, γιατί δεν άντεχες την απουσία μου
Ήρθες να αγγίξεις το πρόσωπο μου,  να χαϊδέψεις τους μαύρους κύκλους των  ματιών μου
παλιά χρωστούμενα χρόνια τώρα,
(χρέος που ποτέ δεν εξοφθλήθηκε)
Κι εγώ πάλι δεν καταλάβαινα τι μου συμβαίνει,
αν και σε παρακολουθούσα προσεκτικά, δεν ήθελα να σε ξαναχάσω
Όμως κάτι δεν έκανα καλά,
άφηνα πάλι το νερό να κυλήσει έξω απ΄τις παλάμες μου
Και χάθηκες όπως και τότε
Γιατί να βλέπουμε τα όνειρα;
Θυμόμαστε ή μας θυμούνται;


Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Νίκος Καρούζος - Ρομαντικός Επίλογος
 
Ρομαντικὸς ἐπίλογος
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.