Ξέρω γιατί τόση φασαρία
κίνηση, φωνές,
Για να κρύψω την αβάσταχτη ερημία
Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016
Ένας πίνακας του Πάουλ Κλέε
υπό τον τίτλο ‘Angelus Novus’ απεικονίζει έναν άγγελο που κοιτά σαν να
πρόκειται να κινηθεί μακρυά από κάτι που αγναντεύει σταθερά. Τα μάτια
του είναι ακίνητα, προσηλωμένα, το στόμα του είναι ανοιχτό, τα φτερά του
είναι διάπλατα. Έτσι αναπαριστά κάποιος τον άγγελο της ιστορίας. Το
πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου παρατηρούμε μια
αλληλουχία γεγονότων, αυτός βλέπει μια μεμονωμένη καταστροφή που
συνεχίζει να σωρεύει συντρίμμια και να τα ρίχνει μπροστά στα πόδια του. Ο
άγγελος θα ήθελε να μείνει, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να κάνει
ολότητα ό,τι έχει θρυμματιστεί. Αλλά η καταιγίδα, μέσα από τον
Παράδεισο, μαίνεται. Πέφτει στα φτερά του με τόση βιαιότητα που ο
άγγελος δεν μπορεί πια να τα κλείσει. Η καταιγίδα αναπόφευκτα τον ωθεί
στο μέλλον, προς το οποίο είναι γυρισμένη η πλάτη του, ενώ ο σωρός των
συντριμμιών έμπροσθεν του μεγαλώνει προς τον Ουρανό. Η καταιγίδα είναι
αυτό που ονομάζουμε πρόοδος. Βάλτερ Μπένγαμιν
Από τα μάτια του κυλούσανε καυτά ποτάμια και η μύτη του άρχισε να
πλυμμηρίζει. Κατέβασε το σκούφo χαμηλά και κάλυψε όλο του το πρόσωπο- μούσκεψε αμέσως το μάλλινο ύφασμα. Άφησε
το κορμί να πέσει άψυχο, κουλουριασμένο, στο κρύο πάτωμα. Με τα δάκτυλά του
ζουλούσε πάνω από το σκουφί τα μάτια του που τρέχανε ασταμάτητα, μόνο το στόμα
του είχε αφήσει ακάλυπτο ν΄ανασαίνει και να αναπέμπει παρακλήσεις, προσευχές,
μοιρολόγια, παράπονα . Ζητούσε το λόγο από τον Θεό, από την Παναγία. Από
δεκαεφτά χρονώ σε υπηρετώ, Παναγιά μου. Ήρθα και βρήκα οκτώ μοναχούς κι ένα
γέροντα σκληρό σαν την πέτρα. Κάθε χρόνο έφευγε κι ένας. Μόνάχος έμεινα μες στο
σπίτι σου. Γιατί; Μια ανάσα ένιωθα κοντά μου κι εγώ τις νύχτες και μου τη
στερείς κι αυτή, γιατί, Θε μου μεγαλοδύναμε; Θρήνησε με λυγμούς για ώρα πολλή,
ώσπου κουράστηκε από τα τραντάγματα και η αναπνοή του στένεψε. Έβγαλε το σκουφί
του και το χουφτάλιασε, έγειρε το βασανισμένο του κορμί ανάσκελα στο σανιδένιο
πάτωμα και κάρφωσε το κουρασμένο βλέμμα του στον ουρανό, έξω από το παραθύρι
-
Γιάννης Μακριδάκης, Η δεξιά τσέπη του ράσου, σσ. 28-29
Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016
Πάλι ήρθες στο όνειρό μου
Μακρινός με μια γεύση ζαχαροκάλαμου
Μ΄έψαξες λέει, γιατί δεν άντεχες την απουσία μου
Ήρθες να αγγίξεις το πρόσωπο μου, να χαϊδέψεις τους μαύρους κύκλους των ματιών μου
παλιά χρωστούμενα χρόνια τώρα,
(χρέος που ποτέ δεν εξοφθλήθηκε)
Κι εγώ πάλι δεν καταλάβαινα τι μου συμβαίνει,
αν και σε παρακολουθούσα προσεκτικά, δεν ήθελα να σε ξαναχάσω
Όμως κάτι δεν έκανα καλά,
άφηνα πάλι το νερό να κυλήσει έξω απ΄τις παλάμες μου
Και χάθηκες όπως και τότε
Γιατί να βλέπουμε τα όνειρα;
Θυμόμαστε ή μας θυμούνται;
Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη
Αισθηματικό τραγούδι
Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα
να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτό τον παράξενο κόσμο
δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα
που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
(από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016
Μελαγχολική ανοιξιάτικη ημέρα.Φυσάει ο βαρδάρης βασανίζοντας τα κλαδιά των δέντρων που αδυνατούν να αντισταθούν. Ξύπνησα από τη μεσημεριάτικη ξεκούραση κι ακολούθησε η μελαγχολία
Θέλω από καιρό να σου γράψω... Αδυνατώ να πιστέψω πως δεν υπάρχει η παλιά μας επικοινωνία και μου λείπει πολύ. Καταλαβαίνω πώς ακούγεται αυτό σε έναν κόσμο όπου η απουσία συναισθημάτων είναι το ζητούμενο και επιβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο. Θεωρείται εντελώς αναχρονιστκό και ξεπερασμένο.Σήμερα ωστόσο δεν κατάφερα να αντισταθώ... θα σου γράψω, θα σου γράψω για την ήττα μου. Νικήθηκα αγαπημένε, ο κόσμος που θέλησα να κτίσω δεν υπάρχει, μέσα μου κι έξω. . Ίσως να ηταν μια ψευδαίσθηση,τίποτε αληθινό, μια λέξη δίχως νόημα, λέξεις δίχως νόημα
Τώρα αντικρίζω τα συντρίμια της ήττας όπως πολλoί τους καρπούς της ζωής τους. Οι σπόροι που προμηθεύτηκα για να σπείρω στο περιβόλι έπρεπε να περιμένουν μήνες για να ανταμώσουν το χώμα
Τους έριξα στον μικρό αστικό κηπο κι αρχίζουν τώρα και ξεπετούν το φύτρο τους σαν τα απομεινάρια στο πεδίο της μάχης.
Κι ενώ θα έπρεπε να απομακρύνομαι από την πόλη, όλο και περισσοτερο την πλησιάζω κα βυθίζομαι εκεί.
(to be continued)